JA slide show
aerophoto

Η  ιστοσελίδα αυτή δημιουργήθηκε το 2009 και ο σκοπός της είναι η καλύτερη και ταχύτερη  επαφή με όλους  τους συγχωριανούς  μας και ιδίως με τους απόδημους .Σκεφτήκαμε ότι μέσα από το διαδίκτυο επιτυγχάνεται καλύτερη επικοινωνία χωρίς χρονικούς περιορισμούς...... Διαβάστε περισσότερο

Ευρετήριο Άρθρου
Παραμυθια
Βαδίζοντας με την γιαγιά μου
Το ατέλειωτο ταξίδι
Σελίδα 4
Ο πύργος της Βασιλοπούλας (Αντωνία Σίσκου)
Πότε θα κάνουμε Ανάσταση (Γούδα Βασιλική)
Ο μύθος των Αμαζόνων (Ευμορφία Σολακούδη)
Ο Σιμιγδαλένιος (Χρίστος Τριανταφυλλίδης)
Οι Έλληνες πρόσφυγες του Έβρου
Βαδίζοντας με την γιαγιά μου…. (Παρασάκη Κυριακή)
Η σιωπή είναι θησαυρός (Μελένιου Δήμητρα)
Το πλημμυρισμένο χωριό (Ασλανίδης Θεοχάρης)
Το ατέλειωτο ταξίδι (Κασβακίδης Αθανάσιος)
Ένα Παραμύθι ...μόνο για όσους νοιώθουν παιδιά ή είναι παιδιά...
Όλες οι Σελίδες

Ο Σιμιγδαλένιος (Χρίστος Τριανταφυλλίδης)

Μια φορά και έναν καιρό ήταν ένας βασιλιάς που είχε μια θυγατέρα. Της έλεγε να παντρευτεί αλλά δεν ήθελε. Του λέει μια μέρα: «Πατέρα, να πας να μου πάρεις ένα τσουβάλι μύγδαλα, ένα τσουβάλι σιμιγδάλι και ένα τσουβάλι ζάχαρη».Πήγε ο πατέρας της και της τα πήρε. Κλειδώθηκε αυτή σε μια κάμαρη. Είπε: «Εγώ θα κλειδωθώ σε μια κάμαρα 40 μέρες και να μην με γυρέψετε».

Κλειδώθηκε σε μια κάμαρη, έσπασε τα μύγδαλα, τα καθάρισε, τα ετοίμασε όλα, έπιασε και ζύμωσε το σιμιγδάλι, τα μύγδαλα και τη ζάχαρη και δημιούργησε έναν άνθρωπο. Αφού τον έφτιαξε, κάθισε στο κεφάλι του, τον λιβάνιζε και έλεγε «Δεν μου μιλείς μάτια μου; Δε μου μιλείς φως μου;». Αυτά τα έκανε 40 μέρες και έκλεγε. Στις 40 μέρες, τις λέει αυτός: «Αχ! Τι γλυκά κοιμόμουν και με ξύπνησες». Άφησε αμέσως αυτή τα κλάματα και είχε γέλια και χαρές. Ανοίγει τις πόρτες και βγαίνει αυτός έξω: «Να, λέει, πατέρα ποιον θα πάρω και όχι εκείνους που μου δίνεις».

Το ακούει ο άλλος βασιλιάς πως του τάδε βασιλιά η θυγατέρα έκαμε ένα σιμιγδαλένιο άντρα και τον πήρε, το μαθαίνει και η θυγατέρα αυτού και πέφτει στα μαύρα πανιά να πεθάνει, επειδή ήθελε αυτή το σιμιγδαλένιο άντρα. Αρρώστησε από τον καημό της. Τι να κάμει ο πατέρας της; Συνεννοήθηκε με την γυναίκα του και είπαν: « Να κάνουμε γυναίκα μια φρεγάτα, να την αρματώσουμε και να της φορτώσουμε χρυσαφικά, γυαλικά διάφορα να έρθει ο σιμιγδαλένιος να ψωνίσει για τη γυναίκα του, να τον κλέψουμε».Έτσι και έγινε. Η γυναίκα του, σαν ήρθε το μεσημέρι και ο Σιμιγδαλένιος δεν γύρισε να φάει, λέει: « Που είναι ο Σιμιγδαλένιος; Στη φρεγάτα;» Έφυγε λέει ο βασιλιάς. «Που πάει;». Ένας θεός ξέρει, είπε ο βασιλιάς. Άρχισε τα κλάματα. Τότε λέει ο πατέρας της: «παιδί μου μη κλαις». «Γιατί να μη κλαίω» του απάντησε, «Τον άντρα μου θέλω». « Μα που να τον βρούμε;». «Θα φύγω» λέει η θυγατέρα.

Σηκώθηκε και έφυγε. Δρόμο παίρνει και δρόμο αφήνει. Μέρες, μερόνυχτα γυρίζει, έγινε αγνώριστη. Στο δρόμο που πήγαινε, βρίσκει μια γυναίκα. Να με γιατρέψεις θεία.-Τι γιατρειά να σε κάνω; - Εγώ είμαι μάνα κι έχω τον ήλιο γιο. – Α!, λέει θεία για τον Σιμιγδαλένιο; -Ου λέει αυτή, που να σε κρύψω; Έχω τόπο; Άρχισε η μέρα μάζευε, έγειρε ο ήλιος. «Άντε, λέει, να φύγεις θα έρθει ο ήλιος, να σε φάει».- «Κρύψε με, λέει θεία». Έκλαιγε αυτή, την λυπήθηκε, σηκώνει τη σκούπα και την έκρυψε από κάτω. Βασίλεψε ο ήλιος και μετά σηκώθηκε και πήγε στην μάνα του και λέει: «Καλησπέρα».- Καλησπέρα- Κάπου εδώ, κάπου εκεί, κάπου ανθρώπινη ψυχή. Αυτή ρώτησε πού ήταν ο Σιμιγδαλένιος, δεν ήξερε. Της είπε να πάει στο φεγγάρι. Πήγε στο φεγγάρι και ρώτησε ξανά που ήταν ο Σιμιγδαλένιος, δεν ήξερε.

Της είπε να πάει στα αστέρια. Άμα τον δει το ένα και δεν το δει το άλλο, φίλεψέ το με ένα μύγδαλο. Πήγε στο μεγάλο αστέρι και τον ρώτησε, δεν ήξερε. Πετάχτηκε όμως ένα μικρό αστεράκι και τον είδε είπε. Την πήγε το αστεράκι με την άδεια του μεγάλου αστεριού. Πήγε σε ένα βασίλειο να ζητήσει δωμάτιο να καθίσει. Ρώτησε άμα είναι εδώ ο Σιμιγδαλένιος. Ήταν εκεί μπήκε στο βασίλειο και είπε στην κυρά του βασιλείου να τον δει. Με λίγα παρακάλια δέχτηκε. Φώναξε τις δούλες να της τον φέρουνε. Τον έφεραν και του μίλησε: «Δε μου μιλείς μάτια μου;» «Δε μου μιλείς φως μου;» Δεν είμαι εγώ που σε έπλασα; Άκουγε αλλά δεν μπορούσε να μιλήσει. Έκλαιγε αυτή. Ήθελε να δει τον Σιμιγδαλένιο μια βραδιά ακόμα. Τα είπε στις δούλες να πείσουν την κυρά τους. Του σιγομίλησε πάλι τα ίδια λόγια.

Δεν μπορούσε όμως να μιλήσει. Σπάζοντας ένα μύγδαλο, βγήκε μια κλώσα με το πουλάκια της. Πήγανε οι δούλες ξανά χωρίς να τους το πει στην κυρά τους και πήραν ένα κρασί που μπορούσε να τον βοηθήσει να τον αναστήσει. Άρχισε πάλι: «Δε μου μιλείς Σιμιγδαλένιε μου; Δε μου μιλείς φως μου;» Ε! λέει εκείνος. Εσύ ποια είσαι;- Δεν είμαι εγώ εκείνη, που σε έπλασα;- Και έγινες έτσι;- Έτσι έγινα λέει, γιατί σε έχασα και σε γύρευα να σε δω τόσο καιρό! – Τώρα ας φύγουμε. Σηκωθήκανε νύχτα και φύγανε. Πήγανε στο παλάτι τους και ζούνε καλά κι εμείς καλύτερα. Και τα κλάματα που είχε αυτή πριν, χάθηκαν κι έγιναν χαρά.



 
ΟΔΗΓΙΕΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΣΦΑΛΗ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ .
 
 Γίνε συνδρομητής-
Μάθε τα νέα του τόπου
ΒΗΜΑ ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ 20