JA slide show
aerophoto

Η  ιστοσελίδα αυτή δημιουργήθηκε το 2009 και ο σκοπός της είναι η καλύτερη και ταχύτερη  επαφή με όλους  τους συγχωριανούς  μας και ιδίως με τους απόδημους .Σκεφτήκαμε ότι μέσα από το διαδίκτυο επιτυγχάνεται καλύτερη επικοινωνία χωρίς χρονικούς περιορισμούς...... Διαβάστε περισσότερο

Ευρετήριο Άρθρου
Παραμυθια
Βαδίζοντας με την γιαγιά μου
Το ατέλειωτο ταξίδι
Σελίδα 4
Ο πύργος της Βασιλοπούλας (Αντωνία Σίσκου)
Πότε θα κάνουμε Ανάσταση (Γούδα Βασιλική)
Ο μύθος των Αμαζόνων (Ευμορφία Σολακούδη)
Ο Σιμιγδαλένιος (Χρίστος Τριανταφυλλίδης)
Οι Έλληνες πρόσφυγες του Έβρου
Βαδίζοντας με την γιαγιά μου…. (Παρασάκη Κυριακή)
Η σιωπή είναι θησαυρός (Μελένιου Δήμητρα)
Το πλημμυρισμένο χωριό (Ασλανίδης Θεοχάρης)
Το ατέλειωτο ταξίδι (Κασβακίδης Αθανάσιος)
Ένα Παραμύθι ...μόνο για όσους νοιώθουν παιδιά ή είναι παιδιά...
Όλες οι Σελίδες

Το παιδί που έγινε βασιλιάς (Μαρκάκης Βαγγέλης)

Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε ένας βασιλιάς που δεν είχε παιδιά και ο κόσμος γύρευε να τον διώξει. Θέλοντας να κερδίσει χρόνο ζήτησε από τους υπηκόους του να τον αφήσουν ακόμα ένα χρόνο στο θρόνο. Σ’ αυτό το διάστημα η γυναίκα του έμεινε έγκυος.

Ήρθε μια γριά και τον είπε ότι όποιο παιδί γεννηθεί πρώτο ή μαζί με το δικό του αυτό θα γίνει βασιλιάς! Αυτός αφού πέρασαν εννιά μήνες έβαλε σε κάθε σπίτι που είχε έγκυο γυναίκα κι από ένα σκοπό. Ένα βράδυ γεννήθηκε ένα παιδί. Ο βασιλιάς το πήρε και ήθελε να το σφάξε. Τελικά το έριξε στα λιοντάρια που είχε μέσα στο παλάτι. Εκείνες τις μέρες είχε γεννήσει μια λιονταρίνα και πήρε το παιδί, το ζέστανε, το βύζαξε.

Πέρασαν χρόνια και το παιδί έγινε παλικάρι. Κάποια στιγμή άνοιξε μια τρύπα και έφυγε μαζί με τα λιοντάρια. Μετά από καιρό και ενώ το βασιλόπουλο έγινε και αυτό παλικάρι πήγε για κυνήγι. Είδε σε μια μεριά να περνά ένα παιδί και δύο λιοντάρια. Μπροστά τα λιοντάρια και πίσω το παιδί. Όλοι φοβήθηκαν για μια στιγμή αλλά δεν είπαν κουβέντα. Την άλλη μέρα βρέθηκαν πάλι στο δάσος. Έβαλαν παγίδες και έπιασαν το παιδί.

Αφού πέρασε κανένας χρόνος το παιδί έμαθε ελληνικά και ο βασιλιάς από την χαρά του, του έδωσε το κλειδί και βγήκε από το κλουβί. Τότε του είπε στο παλάτι μαζί με τον βασιλόπουλο όπου είχαν σαράντα πόρτες και σε μια κάμαρα είχε κάνει ένας ζωγράφος μια πεντάμορφη. Αυτή την κοπέλα την είχε ένας δράκος και το βασιλόπουλο που την είδε την αγάπησε.

Έπεσε να πεθάνει, έφεραν γιατρούς, αλλά δεν έλεγε το μυστικό. Μια μέρα είπε το μυστικό το παιδί. Το άλλο πρωί παίρνει το παιδί άλογο και το βασιλόπουλο και πάνε. Κάποτε βράδιασε. Βαθιά μέσα στο δάσος βλέπει να καπνίζει ένα τζάκι. Εκεί ήταν μια γριά που είχε σαράντα παλικάρια, σαράντα δράκους. Εκείνη την ώρα αυτή έβραζε το φαΐ σε ένα μεγάλο καζάνι. Ήρθε η ώρα να φάνε. Πιάνει το παιδί το καζάνι και το κατεβάζει με μιας.

Η γριά φοβήθηκε και συμβούλεψε τα παιδιά της να μην πειράξουν το παιδί γιατί είναι πιο δυνατά από αυτός και θα τους σφάξει. Έτσι κι έγινε. Το παιδί είπε στην γριά ότι ήρθε να βρει τον δράκο που φυλάει την πεντάμορφη που την αγαπούσε το βασιλόπουλο. Οι δράκοι τότε είπαν ότι εμείς που είμαστε σαράντα και δεν τα βάζουμε μαζί του και θα το κάνεις εσύ; Το παιδί τότε έβαλε στοίχημα με τους δράκους λέγοντάς τους ότι αν δεν γυρίσει σε σαράντα μέρες με την πεντάμορφη ας φαν το βασιλόπουλο, αλλά ούτε μια μέρα νωρίτερα.

Αφού συμφώνησαν έφυγε το παιδί, δρόμο τράβηξε. Έτυχε το βράδυ να βρεθεί σε ένα χωριό και είδε ένα σπίτι στην άκρη και πήγε και χτύπησε την πόρτα. Το σπίτι ήταν του παπά και είχε και μια κόρη. Ο παπάς τον καλοδέχτηκε και του έδωσε δωμάτιο να πλαγιάσει. Τον πρωί του πρότεινε να φυλάει το κοπάδι με τα πρόβατα αφού δεν είχε βοσκό. Το παιδί δέχτηκε και αφού άρμεξαν τα ζωντανά τράβηξε κατά του πασά του Μπαΐρα όπου πίστευε πως βρισκόταν ο δράκος.

Ο παπάς προηγουμένως τον συμβούλεψε να μην πάει προς τα εκεί γιατί είχε ένα δράκο και μια γουρούνα και όποιον βλέπουν τον τρώνε. Το παιδί είχε σκοπό να ελευθερώσει την πεντάμορφη και έτσι δεν άκουσε τον παπά. Πήγε λοιπός σε εκείνο το λιβάδι, τα πρόβατα βοσκούσαν, αυτός ξάπλωσε σε μια αχλαδιά όταν ξαφνικά άκουσε βογκητά από την γουρούνα.

–Γκρουχ –Γκρουχ! Γκρουχ!

Μόλις τον είδε όρμησε επάνω του να τον φάει και πάλεψαν για αρκετή ώρα. Κάποια στιγμή η γουρούνα κουράστηκε και κάθισε να ξαποστάσει.

Αχ! Λέει να είχα την πεντάμορφη να με ρίξει έναν κουβά νερό κρύο να δεις τι θα σε κάνω, λέει η γουρούνα

Αχ! Να είχα μια πίτα, ένα μπουκάλι κρασί και την κόρη του παπά. Θα φάω, θα πιω, θα φιλήσω και την κόρη του παπά θα δεις τι θα σε κάνω. Βράδιασε η μέρα, έφυγε η γουρούνα και το παιδί με τα πρόβατα και πήγε σπίτι. Εκείνη την μέρα τα πρόβατα έβγαλαν πολύ γάλα που παραξένεψαν τον παπά. Την άλλη μέρα πήραν πάλι τον δρόμο.

Το παιδί μπροστά με τα πρόβατα και πίσω κρυφά ο παπάς. Τα πάει πάλι εκεί στον πασά του Μπαΐρα. Τώρα κάθεται ο παπάς σε ένα τσαλί, σε ένα πουρνάρι και παρακολουθεί που έρχεται πάλι η γουρούνα. Πιάνονται στα χέρια παλεύουν –παλεύουν χωρίς νικητή. Ο παπάς από τον φόβο του δεν κουνιέται από το πουρνάρι. Καμιά φορά η γουρούνα κουράστηκε.

-Αχ! Να είχα την πεντάμορφη να με ρίξει έναν κουβά νερό κρύο να δεις τι θα σε κάνω, λέει η γουρούνα.

-Αχ! Να είχα του παπά την κόρη, ένα μπουκάλι κρασί και μια πίτα. Να φάω , να πιω, να φιλήσω την κόρη του παπά. Να δεις τι θα σε κάνω. Ο παπάς δεν πίστευε στα μάτια του καθώς έφευγε κρυφά.

Βράδιασε η μέρα πήρε το παιδί τα πρόβατα και πήγε στο σπίτι. Άρμεξε τα πρόβατα, έφαγαν και το παιδί πήγε να κοιμηθεί. Ο παπάς δεν αποκάλυψε αυτό που είδε, μόνο είπε στην γυναίκα του να κάνει μια πίτα και να γεμίσει ένα μπουκάλι κρασί και στην κόρη του ότι θα την πάρει μαζί του το πρωί. Το πρωί ξημέρωσε την μέρα ο Θεός. Πήρε τα πρόβατα το παιδί και τράβηξε για του πασά το Μπαΐρα. Ο παπάς και η κόρη του κρυφά τον ακολούθησαν. Εκεί, ήρθε πάλι η γουρούνα και άρχισαν να μαλώνουν. Πάλεψαν- πάλεψαν ώσπου κουράστηκαν.

-Αχ! Να είχα την πεντάμορφη να με ρίξει έναν κουβά νερό κρύο να δεις τι θα σε κάνω.

-Αχ! Να είχα του παπά την κόρη, ένα μπουκάλι κρασί και μια πίτα. Να φάω , να πιω, να φιλήσω την κόρη του παπά. Τότε πετάγεται ο παπάς που ήταν κρυμμένος πίσω από τα βάτα και του δίνει το κρασί, την πίτα και την κόρη του.

Κάθεται το παιδί τρώει, πίνει, φιλάει του παπά την κόρη, πιάνει την γουρούνα και την κάνει κομματάκια. Μέσα στην γουρούνα ήταν τρία περιστέρια. Αυτά ήταν η δύναμη του δράκου. Πιάνει το ένα το έσφαξε και αρρώστησε ο δράκος. Ο παπάς και η κόρη έφυγαν για το χωριό, ενώ το παιδί πήγε στο σπίτι του δράκου. Εκεί βρήκε την πεντάμορφη να κάθεται.

Ανοίγει την πόρτα του δράκου και τον βλέπει ξαπλωμένο στο κρεβάτι.

–Δώσε μάνα περιστέρι να το πιάσω, λέει ο δράκος. Χάρτ! Κάνει το παιδί και κόβει τα κεφάλια από τα περιστέρια. Πάει πέθανε ο δράκος. Το παιδί και η πριγκίπισσα πήγαν στου παπά το σπίτι και το πρωί αφού πήραν και του παπά την κόρη έφυγαν για να πάνε στην γριά με τα σαράντα παλικάρια. Όταν έφτασαν στο σπίτι της γριάς το βασιλόπουλο ζούσε και το πρόσεχαν, γιατί είχαν περάσει μόνο 30-35 μέρες. Όλοι μαζί τώρα τραβάν για το παλάτι.

Το παλάτι ήταν όμως μακριά και βράδιασε. Έκατσαν έφαγαν και πλάγιασαν. Εκεί ήρθε ένα πουλάκι που έκατσε και είπε

-Τώρα που θα πάτε στο βασιλιά θα κάνει καφέδες και μετά στο παιδί θα βάλει φάρμακο. Όποιος τ’ ακούσει και το πει θα γίνει μάρμαρο.

Αυτό το άκουσε μόνο η θυγατέρα του παπά, επειδή όλοι οι άλλοι κοιμόντουσαν βαθιά.

-Μετά όταν κάνει το παιδί, η γυναίκα θα ρίξει το νερό από την βάπτιση του παιδιού και θα γίνει πάλι άνθρωπος. Η κόρη του παπά δεν μπορούσε να πει τώρα τίποτα. Το πρωί σηκώθηκαν και συνέχισαν το δρόμο τους. Ο βασιλιάς όταν τους είδε χάρηκε. Έστησε γλέντι και χορό.

Έφαγαν, ήπιαν και στο τέλος τους κέρασε και έναν καφέ. Ήπιαν όλοι, ήπιε και το παιδί. Μετά από λίγο πέθανε. Έκλαψαν όλοι, λυπήθηκαν. – Ήταν να γίνει και έγινε, είπε ο βασιλιάς. Έγινε το παιδί μάρμαρο, τον πήρε η κόρη τον παπά το έβαλε πίσω από την πόρτα και τον σκέπασε με ένα σεντόνι. Πέρασαν 6-8 μήνες και η κόρη του παπά γέννησε. Σ’ αυτούς τους μήνες ο βασιλιάς, το βασιλόπουλο και η βασιλοπούλα δεν την φέρονταν καλά. Την έδιωχναν, την έσπρωχναν και της έλεγαν να φύγει από το παλάτι.

Αυτή έκανε μια, δυο … δέκα, έγινε το παιδί. Το βάπτισαν. Πήρε τότε το νερό και το έριξε πάνω στο παιδί, στον άντρα της. Σηκώθηκε το παιδί, ζωντάνεψε. Έκατσαν ήπιαν, γλέντησαν, χάρηκαν. Το βράδυ πλάγιασαν και η θυγατέρα του παπά είπε στο παιδί ότι όλοι στο παλάτι την τυραννούσαν.

Το πρωί που ξημέρωσε ημέρα φωνάζει τον βασιλιά και τον ρώτησε γιατί τυραννούσε την γυναίκα του. Αυτός δεν απαντούσε. Τον πιάνει τότε μια στο ντουβάρι, πάει. Φωνάζει το βασιλόπουλο και τη βασιλοπούλα. Τον ρώτησε γιατί τυραννούσαν την γυναίκα του, ενώ αυτός έκανε τόσα γι’ αυτός. Ούτε αυτοί έδωσαν μια απάντηση κι έτσι τους πιάνει και τους ρίχνει στο ντουβάρι. Πάνε και αυτοί.

Το παιδί έγινε βασιλιάς όπως προέβλεψε η γριά και το παραμύθι πάει τέλειωσε.

Η σιωπή είναι θησαυρός (Μελένιου Δήμητρα)

Η ιστορία που θα σας διηγηθώ για πολλούς είναι φανταστική. Για άλλους όμως, είναι ένα συμβάν πιο συνταρακτικό και πιο πραγματικό και από την ίδια την πραγματικότητα. Συμβαίνει σε πολύ λίγους ανθρώπους, γι’ αυτό και θα σας το διηγηθώ σαν ένα παραμύθι.

Μια φορά κι έναν καιρό σε ένα χωριό που είναι χτισμένο σε μία κοιλάδα και που τα βουνά το αγκαλιάζουν τόσο προστατευτικά, ζούσε ένας γέρος. Για χρόνια ο γέρος ζούσε στην σκιά του κήπου του, δεν μιλούσε και πολύ, ενώ τα παιδάκια τον φοβούνταν λόγω του σκούρου δέρματός του και της ρακένδυτης περιβολής του. Το σπιτάκι του ήταν μικρό και πολύ φροντισμένο. Το πρωί ήταν πολύ φωτεινό μα το βράδυ γινόταν σχεδόν αόρατο, αφού το κατάπινε το σκοτάδι του βουνού.

Λίγο πριν πεθάνει, ο γέρος θέλησε να δώσει ένα μικρό ξύλινο κουμπαρά στο αγοράκι του γείτονά του και με βλέμμα ειλικρινές του είπε πως ήθελε τη φιλία των παιδιών και όχι τον φόβο τους. Το μικρό αγόρι πήρε τον κουμπαρά για να τον δείξει στους τέσσερις φίλους του. Μέσα στο παιχνίδι κάποιος, κατά λάθος, τον έσπασε και εκείνη την στιγμή για όλους θα ήταν η αρχή μίας μοναδικής ιστορίας. Στον πάτο του κουμπαρά υπήρχε ένα κομμάτι χαρτί.

Ο μικρός το πήρε στα χέρια του και άρχισε να διαβάζει. Μέχρι και τώρα θυμάμαι να μου τα διηγούνται όλα αυτά αυτοί οι άνθρωποι και αναριγώ ολόκληρη. Ο γέρος είχε γράψει ένα γράμμα στο παιδιά. Τους έλεγε πως τόσα χρόνια είχε μείνει στην απόλυτη φτώχεια, γιατί κάποτε υπήρξε πολύ σπάταλος και κακός άνθρωπος. Έλεγε πως είχε πολλά λεφτά και πως ήθελε μέρα με την μέρα να αποκτά ακόμη περισσότερα. Έτσι όμως προκάλεσε την οργή μιας νεράιδας. Του ζήτησε λεφτά ντυμένη ζητιάνα μα εκείνος δεν της έδωσε ούτε λίγο ψωμί. Έτσι, η ζητιάνα τον καταράστηκε και του πήρε ότι λεφτά είχε και μόνο κάποιος με καλή ψυχή θα μπορούσε να τα πάρει πίσω. Οι οδηγίες ήταν απλές: «Εκεί που είναι οι παλιοί νερόμυλοι θα πάτε, δώδεκα η ώρα την νύχτα, μην το ξεχνάτε. Σαράντα βήματα δυτικά από τον τρίτο νερόμυλο θα κάνετε, συντρίμμια όμως θα θωράτε. Εκεί που θα σκάβετε όμως προσοχή! Γιατί τότε μια ζητιάνα θα εμφανιστεί θα σας μιλήσει μα εσείς όμως τσιμουδιά. Γιατί τότε πάνε τα λεφτά».

Τα παιδιά παγώσανε. Για ώρα κοιτάγανε το ένα το άλλο. Αποφασίσανε όμως πως ήταν μια καλή ευκαιρία για να ξεχρεώσουν οι γονείς τους από τον μεγαλοτσιφλικά. Το βράδυ λοιπόν πήρανε όλοι από μία τσάπα και φτυάρια και ξεκινήσανε. Ψάχνανε για αρκετή ώρα, μα είχαν θάρρος στην ψυχή τους και δύναμη στα χέρια τους. Όταν βρήκαν τον τρίτο νερόμυλο άρχισαν να σκάβουν στο τεσσαρακοστό βήμα. Ήταν σίγουρα δώδεκα πλέον. Το μόνο που ακουγόταν ήταν οι βαριές τους ανάσες και ο ήχος από την τσάπα που τρυπά το χώμα.

Ξάφνου, μέσα στην μονοτονία των ήχων ακούστηκε μια γλυκιά γυναικεία φωνή «Τι κάνουν τα καλά τα παιδιά;» Τα πέντε αγόρια πάγωσαν για άλλη μία φορά. Παρόλα αυτά της εξήγησαν πως ανοίγουν λαγούμι για να βρουν νερό και να κάνουν πηγάδι. Ξέχασαν όμως πως δεν έπρεπε να της μιλήσουν. Η  μαυροφορεμένη ζητιάνα λίγο μετά εξαφανίστηκε. Ένα- ένα όμως τα αγόρια άρχισαν να έχουν αμφιβολίες για τα πάντα. Το ένα ανησυχούσε ότι θα τους έπιανε ο δάσκαλος και θα τους τιμωρούσε. Το άλλο φοβόταν το σκοτάδι, στο άλλο έτρεμαν τα χέρια του.

Έτσι, δεν μπορούσαν πια να συνεχίσουν να σκάβουν και απογοητευμένα γύρισαν στα σπίτια τους. Η ιστορία αυτή είναι αληθινή και κάτι που όπως μου εξήγησε ο γέρος που μου την διηγήθηκε, δεν μπορεί να την περιγράψει εύκολα κανείς. Αλλά νομίζω πως μπορεί κάποιος να τελειώσει την ιστορία. Ίσως και να είμαι εγώ, αλλά το βασικό είναι να μην βγάλω «τσιμουδιά».



 
ΟΔΗΓΙΕΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΣΦΑΛΗ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ .
 
 Γίνε συνδρομητής-
Μάθε τα νέα του τόπου
ΒΗΜΑ ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ 20