JA slide show
aerophoto

Η  ιστοσελίδα αυτή δημιουργήθηκε το 2009 και ο σκοπός της είναι η καλύτερη και ταχύτερη  επαφή με όλους  τους συγχωριανούς  μας και ιδίως με τους απόδημους .Σκεφτήκαμε ότι μέσα από το διαδίκτυο επιτυγχάνεται καλύτερη επικοινωνία χωρίς χρονικούς περιορισμούς...... Διαβάστε περισσότερο

Ευρετήριο Άρθρου
Παραμυθια
Βαδίζοντας με την γιαγιά μου
Το ατέλειωτο ταξίδι
Σελίδα 4
Ο πύργος της Βασιλοπούλας (Αντωνία Σίσκου)
Πότε θα κάνουμε Ανάσταση (Γούδα Βασιλική)
Ο μύθος των Αμαζόνων (Ευμορφία Σολακούδη)
Ο Σιμιγδαλένιος (Χρίστος Τριανταφυλλίδης)
Οι Έλληνες πρόσφυγες του Έβρου
Βαδίζοντας με την γιαγιά μου…. (Παρασάκη Κυριακή)
Η σιωπή είναι θησαυρός (Μελένιου Δήμητρα)
Το πλημμυρισμένο χωριό (Ασλανίδης Θεοχάρης)
Το ατέλειωτο ταξίδι (Κασβακίδης Αθανάσιος)
Ένα Παραμύθι ...μόνο για όσους νοιώθουν παιδιά ή είναι παιδιά...
Όλες οι Σελίδες

Το ατέλειωτο ταξίδι (Κασβακίδης Αθανάσιος)

Θέλω να σας διηγηθώ μια ιστορία που μας έχει πει η μαμά μου ένα καλοκαιρινό βράδυ. Η ιστορία αυτή είναι μια προσωπική Οδύσσεια και με συγκίνησε πολύ, επειδή ήταν τα δύσκολα χρόνια του διωγμού των Ελλήνων από την Σμύρνη.Η προγιαγιά μου ήταν 11 χρονών και είχε πέντε αδέρφια εκ των οποίων τα 3 ήταν μεγαλύτερα. Το 1917 ζούσανε στην πόλη Βαν της Τουρκίας. Ήταν μια πολύ ευτυχισμένη και εύπορη οικογένεια. Μαζί τους είχαν και έναν Τούρκο, που τον φώναζαν Καρντάς Αχμέτ (αδερφέ Αχμέτ), επειδή μεγάλωσε μαζί τους, όταν πέθαναν οι γονείς του.Ο ξάδερφος του τους δημιουργούσε πολλά προβλήματα, αφού μέχρι που τους έκαψε και το μαγαζί. Απειλούσε ότι την επόμενη φορά θα κάψει το σπίτι με μαζί με τους άλλους.

Δεν ήθελαν να εγκαταλείψουν τη γη τους, γιατί ακόμα και το πιο μικρό κομμάτι της ήταν ιερό για αυτούς.Έτσι μια νύχτα ο Αχμέτ τους προειδοποίησε και έφυγαν, για να μη τους βρει ον ξάδερφός του. Όταν έφτασαν στη Σμύρνη , Ο Αχμέτ τους είχε βρει μέρος αλλά όχι για πολύ χρονικό διάστημα, επειδή ήταν και πολλά τα άτομα. Το 1919 αγόρασαν ένα μικρό σπιτάκι στο όνομα του Αχμέτ. Έβλεπαν όμως ότι τα πράγματα δεν πηγαίνουν καλά κι εκεί.Το 1922 την νύχτα της σφαγής χτύπησε την πόρτα ο Αχμέτ και τους είπε ότι πρέπει να φύγουν τώρα. Ευτυχώς ‘ήταν προετοιμασμένοι, πήραν τα διαβατήρια, κοσμήματα, όσα λεφτά είχαν στο σπίτι, λίγα ρούχα και έφυγαν με τη βάρκα. Ο Αχμέτ ήξερε ότι κάποια καράβια φορτώνουν κόσμο για το εξωτερικό. Έπρεπε όμως πριν ξημερώσει να φτάσουν εκεί. Τη βάρκα του Αχμέτ αναγνώρισε ο ξάδερφός του, φώναζε κι έβριζε και απειλούσε πως αν δεν γυρίσει πίσω θα σκοτώσει και αυτόν.Ο άνθρωπος έκανε πως δεν άκουγε, επειδή ήταν κοντά στα καράβια. Οι Τούρκοι άρχισαν να πυροβολούν και τρύπησαν την βάρκα. Τα αγόρια πήδηξαν στην θάλασσα, επειδή τους είπαν οι γονείς τους, με την ελπίδα ότι θα σωθούν. Ευτυχώς πάνω από το καράβι είδαν οι ναυτικοί την βάρκα και τους βοήθησαν.Ήταν όλοι τους μούσκεμα, κουρασμένοι παγωμένοι, τα παιδιά τους ήταν αναίσθητα. Η Συμέλα ( μητέρα των παιδιών) πήγε να ψάξει τα αγόρια αλλά δεν τα βρήκε. Πάντα πίστευε ότι δεν έχασε τα αγόρια, γιατί ήταν άριστοι κολυμβητές.

Δεν θυμόταν πόσες μέρες ήταν στο καράβι. Όταν τους κατέβασαν είδαν ένα μέρος που δεν μπορούσαν να το περιγράψουν ούτε και μετά από πολλά χρόνια.Από μια μεριά θάλασσα, από την απέναντι χωράφια και παρά πέρα βουνά, ούτε άνθρωποι ούτε σπίτια. Μετά από ώρες τους πλησίασαν κάποιοι αστυνομικοί με παλιό φορτηγό. Τους ρωτούσανε διάφορα, μα δεν καταλάβαιναν τίποτα. Το μόνο που καταλάβαιναν ήταν ότι βρίσκονταν στην Ρωσία.Έπρεπε να ξεκινήσουν πάλι από την αρχή. Ήρθαν δύο φορτηγά, ανέβασαν όσους μπορούσαν και τους πήγαν σε μία πεδιάδα κοντά στα βουνά, ύστερα έφεραν και τους υπόλοιπους. To μόνο που τους έδωσαν ήταν καρφιά, πριόνια, τσεκούρια και τους έδειξαν το δάσος. Μέσα σε δέκα μέρες έφτιαξαν είκοσι σπιτάκια για να προστατευτούν από το κρύο και την βροχή.

Για τα τρόφιμα πήγαιναν συνήθως τα αγόρια με τα πόδια. Ήθελα τρεις ώρες να πάνε και άλλες τόσες για να γυρίσουν και για να φέρουν ψωμί με πατάτες.Την άνοιξη εμφανίστηκαν κάποιοι αρμόδιοι και του είπαν να καλλιεργήσουν τη γη. Η εκμετάλλευσή δεν είχε τέλος. Από τα δύο στρέμματα που θα καλλιεργούσαν θα έδιναν το ένα στρέμμα στο κράτος και θα έπαιρναν τα υπόλοιπα. Ευτυχώς η γη ήταν πλούσια, αλλά έπρεπε να εργαστούν μικροί και μεγάλοι για πολλές ώρες.Το 1938 άρχισαν οι φήμες για πόλεμο. Ο Στάλιν δεν ήθελε τους Πόντιους και όποιοι δεν παρέδιδαν το ελληνικό διαβατήριο και δεν άλλαζαν επίθετο τους φόρτωναν στο τρένο και τους πήγαιναν σε άγνωστα μέρη. Από τα 250 άτομα, οι δέκα, επειδή άλλαξαν τα διαβατήρια τους άφησαν και έπειτα τους κατέταξαν στο στρατό. Οι υπόλοιποι, όσοι επέζησαν, βρέθηκαν σε μία έρημο του Καζακστάν, όπου έζησαν σε άθλιες συνθήκες.Μετά από τον πόλεμο, το 1948 βρήκαν την ευκαιρία να ξαναγυρίσουν στο Νοβοροσιïσκ. Ήταν ένα μήνα πάνω στο τρένο, τους κορόιδεψαν, τους πήραν όσα λεφτά τους απόμειναν και βρέθηκαν στα βουνά της Αρμενίας.

Η δικαιολογία ήταν μην τους ανακαλύψει ο Στάλιν.Έτσι ανάμεσα στα τέσσερα βουνά είχε φτιαχτεί, ένα μικρό χωριουδάκι, ανάμεσα στα δέντρα. Μέχρι το 1968 έζησαν εκεί καλά αλλά νοσταλγούσαν τα μέρη τους και ξαναγύρισαν στο Νοβοροσιïσκ, όπου μένουν τώρα εκτός από την μαμά μου. Η μαμά μου πάντα άκουγε τη γιαγιά δέσποινα να σιγοτραγουδάει και να κλαίει.Ο θείος μου ο Γεννάδιος ήταν ναυτικός, τον ζητούσε επίμονα να την πάει στην Τουρκία. Τόσα μέρη άλλαξαν, τόσα βάσανα πέρασαν, η γιαγιά ήθελε έστω μια τελευταία φορά να δει την πόλη Βαν. Τόσο μεγάλη ήταν η λαχτάρα της που δεν την ένοιαζε «ας την δω και ας πεθάνω» έλεγε.Το 1996 η γιαγιά Δέσποινα πέθανε, δεν μπόρεσε να πάει, γιατί ήταν πια πολύ μεγάλη.



 
ΟΔΗΓΙΕΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΣΦΑΛΗ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ .
 
 Γίνε συνδρομητής-
Μάθε τα νέα του τόπου
ΒΗΜΑ ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ 20